άρειος


άρειος
I
(Λιβύη περ. 260 μ.Χ. – 336 μ.Χ.). Θεολόγος και κληρικός, ιδρυτής της αίρεσης του αρειανισμού. Σπούδασε στην Αντιόχεια αρχικά, όπου υπήρξε μαθητής του Λουκιανού, και στη συνέχεια στη Σχολή της Αλεξάνδρειας. Στην Αλεξάνδρεια συνδέθηκε με τον επίσκοπο Σεβαστείας και μετέπειτα Βέροιας Μελέτιο και προσχώρησε στο σχίσμα του για μικρό χρονικό διάστημα, ενώ κατόπιν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Πέτρο, ο οποίος και τον αφόρισε το 303 μ.Χ. γιατί επανήλθε στο Μελιτιανό σχίσμα. Το 310 μ.Χ. αποκαταστάθηκε στη θέση του από τον επίσκοπο Αλεξανδρείας Αχιλλά. Διακρίθηκε για την ασκητική ζωή του και για τη ρητορική του δεινότητα. Το 315-318 συγκρούστηκε με τον επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο λόγω της αιρετικής διδασκαλίας του, ότι δηλαδή ο Υιός Χριστός είναι «αλλότριος και ανόμοιος κατά πάντα της του πατρός ουσίας» και μάλιστα «κτίσμα», άρα όχι αληθινός Θεός («ην πότε ότε ουκ ην, και ουκ ην πριν γένηται», δηλαδή δεν υπήρχε ο Υιός πριν δημιουργηθεί). Για τις αντιλήψεις του αυτές καταδικάστηκε από σύνοδο περίπου 100 επισκόπων της Λιβύης και της Κυρηναϊκής με αφορισμό και εξορία στην Παλαιστίνη. Με την υποστήριξη των επισκόπων Καισαρείας και Νικομήδειας το 322 επανήλθε στην Αλεξάνδρεια, όπου απέκτησε πολλούς οπαδούς και προκάλεσε αιματηρές ταραχές και συγκρούσεις. Το 325 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος, για την αντιμετώπιση της έκρυθμης κατάστασης που δημιουργήθηκε από τον αρειανισμό, συγκάλεσε στη Νίκαια της Βιθυνίας την Α’ Οικουμενική Σύνοδο υπό την προεδρία του επισκόπου Αντιοχείας Ευσταθίου και με τη συμμετοχή 300 και άνω επισκόπων. Η σύνοδος καταδίκασε τον Άρειο και την αίρεσή του και διατύπωσε τα επτά πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως, τα οποία διακηρύττουν τη θεότητα του Ιησού («γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί…»). Ο Ά. εξορίστηκε στην Ιλλυρία, ανακλήθηκε όμως το 328-329 από τον Μέγα Κωνσταντίνο και στη συνέχεια, αφού έκανε έγγραφη ομολογία πίστεως, χωρίς όμως τον όρο ομοούσιος, επανήλθε στην Αλεξάνδρεια, όπου δημιουργήθηκαν νέες ταραχές. Τελικά προσκλήθηκε από τον αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πέθανε αιφνίδια. Έγραψε διάφορες επιστολές, έμμετρα κείμενα και το έργο Θάλεια ή Θαλία, το οποίο αποτελεί κράμα πεζού και ποιητικού λόγου.
II
Όνομα ιστορικών προσώπων.
1. Αθηναίος άρχοντας του 1ου αι. π.Χ.
2. O Λεκάνιος. Γιατρός από την Ταρσό, οπαδός του Ασκληπιάδη. Έγραψε Συναγωγά φαρμάκων και Βίον Ιπποκράτους, και ανακάλυψε διάφορα δραστικά φάρμακα.
* * *
ἄρειος, -ον κ. -α, -ον κ. ιων. ἀρήϊος, -η, -ον (Α) [Άρης]
1. αυτός που είναι αφιερωμένος στον Άρη, πολεμικός, φιλοπόλεμος
2. ως ουσ. πολεμιστής
3. φρ. «ἀρήϊοι ἀγῶνες» — πολεμικοί αγώνες σε αντίθεση με τους «γυμνικούς», τα αθλητικά αγωνίσματα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἄρειος — devoted to Ares masc/fem nom sg Ἄρειος devoted to Ares masc nom sg Ἄρεῑος , Ἀρεῖος masc nom sg ἄρειος masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρειος — masc nom sg ἄρειος masc/fem nom sg ἀρέμ rest fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άρειος, -α — ο 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον Άρη ή στις Αρές (Ερινύες), «άρειο πεδίο», «άρειος πάγος» (βράχος). 2. «Άρειος Πάγος», ανώτατο δικαστήριο στην αρχαία Αθήνα, που συνεδρίαζε στο βράχο των Ερινυών (άρειο πάγο) πάνω στην Ακρόπολη. 3. «Άρειος… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Άρειος — ο ο αρχηγός της αίρεσης που αναστάτωσε στις αρχές του 4ου αιώνα τη χριστιανική εκκλησία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Άρειος πάγος — I Χαμηλός (115 μ.) πετρώδης λόφος της Αθήνας, ΒΔ της Ακρόπολης, που έχει συνδεθεί με τις πανάρχαιες παραδόσεις του τόπου. Πάγος σημαίνει πετρώδης βράχος· για τη σημασία του Άρειος υπάρχουν πολλές απόψεις: μία τον συνδέει με τον Άρη, άλλη, και η… …   Dictionary of Greek

  • Άρειος πάγος — Sp Areopãgas Ap Άρειος πάγος/Areios pagos L ist. kalva Atėnuose, Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Άρειος Πάγος — ο βλ. άρειος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Άρειος Δίδυμος — (Αλεξάνδρεια 83 π.Χ. – 10 μ.Χ.).Φιλόσοφος, δάσκαλος του αυτοκράτορα Αυγούστου και φίλος του Μαικήνα. Ο Στοβαίος και ο Ευσέβιος έχουν περισώσει αποσπάσματα του έργου του που αφορούν τη φυσική φιλοσοφία του Αριστοτέλη και των στωικών και την ηθική… …   Dictionary of Greek

  • Ἀρείω — Ἄρειος devoted to Ares masc/fem/neut nom/voc/acc dual Ἄρειος devoted to Ares masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) Ἄρειος devoted to Ares masc nom/voc/acc dual Ἄρειος devoted to Ares masc gen sg (doric aeolic) Ἀρεί̱ω , Ἀρεῖος masc nom/voc/acc dual… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρειότερον — Ἄρειος devoted to Ares adverbial comp Ἄρειος devoted to Ares masc acc comp sg Ἄρειος devoted to Ares neut nom/voc/acc comp sg ἄρειος adverbial comp ἄρειος masc acc comp sg ἄρειος neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.